Home > Term: weediness
weediness
Στη γεωργία, τη δυνατότητα εγκαταστάσεων να αποικίσουν οικότοπος διαταραχθεί και να ανταγωνιστούν με τα καλλιεργούμενα είδη.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Creator
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)