Home > Term: ιστοκαλλιέργεια
ιστοκαλλιέργεια
Ένας γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον πολιτισμό κύτταρα, ιστών ή οργάνων σε ένα θρεπτικό μέσο υπό στείρες συνθήκες.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Creator
- Khrysaor
- 100% positive feedback