Home > Term: στόμιο
στόμιο
Το άνοιγμα σε ένα καπάκι, πατάτα, ή άλλη συσκευή με την οποία η ροή αερίου είναι περιορισμένη και μέσα από την οποία απαλλάσσεται το αέριο του καυστήρα.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Fire safety
- Category: Prevention & protection
- Company: NFPA
0
Creator
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)