Home > Term: κόμβος
κόμβος
Ελαφρώς την διευρυμένη μερίδα του μίσχου όπου προκύπτουν φύλλα και μπουμπούκια και όπου οι κλάδοι προέρχονται. Μίσχους κόμβους αλλά δεν ρίζες.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Creator
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)