Home > Term: λανθάνουσα οφθαλμός
λανθάνουσα οφθαλμός
Μια ανενεργή οφθαλμός που δεν κατέχονται πίσω από ένα υπόλοιπο ή διάρκεια ληθάργου, αλλά που μπορεί να αρχίσει την ανάπτυξη αν τονωθεί.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Creator
- eumelia.ganis
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)