Home > Term: λέιζερ
λέιζερ
Μια συσκευή που παράγει μια έντονη, συνεκτικό και κατευθυντική δέσμη φωτός από τόνωση ηλεκτρονικών ή μοριακή μεταβάσεις σε χαμηλότερα επίπεδα ενέργειας (ένα αρκτικόλεξο για ενίσχυση φωτός από τονωθεί εκπομπής της ακτινοβολίας).
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Fire safety
- Category: Prevention & protection
- Company: NFPA
0
Creator
- Khrysaor
- 100% positive feedback