Home > Term: Gel
Gel
Ένα lyophilic κολλοειδές που έχει πήξη με ένα άκαμπτο ή μοιάζει με γέλη στερεό. Που χρησιμοποιείται για τον ηλεκτροφορητικό διαχωρισμό νουκλεϊκών οξέων ή πρωτεΐνες, καθώς και για την ενθυλάκωση.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Creator
- Golgotha
- 100% positive feedback