Home > Term: διάρκεια
διάρκεια
Χρονικό διάστημα (σε ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα και καρέ), που διαρκεί η συγκεκριμένη επίπτωση ή τμήμα του ήχου ή βίντεο υλικό.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Entertainment
- Category: Video
- Company: Tektronix
0
Creator
- ml09s5k
- 100% positive feedback
(Leeds, United Kingdom)