Home > Term: διαβρωτικό
διαβρωτικό
Μια χημική ουσία που προκαλεί ορατά καταστροφή των, ή μη αναστρέψιμες μεταβολές στην, υλικά από τη χημική δράση στο χώρο της επαφής.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Fire safety
- Category: Prevention & protection
- Company: NFPA
0
Creator
- eumelia.ganis
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)