Home > Term: αμυλοπηκτίνη
αμυλοπηκτίνη
Ένα πολυσακχαρίτη που περιλαμβάνει ιδιαίτερα διακλαδισμένες αλυσίδες μορίων γλυκόζης. Το νερό-αδιάλυτο μέρος του αμύλου.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Creator
- Khrysaor
- 100% positive feedback