Home > Term: καθετήρα
καθετήρα
1. , Διαγνωστικές εξετάσεις, ο πράκτορας που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση της παρουσίας ενός μορίου σε δείγμα.
2. Μιας ακολουθίας DNA ή RNA επισημαίνονται ή να επισημαίνονται με μια ραδιενεργό ισότοπο, ή που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση μιας συμπληρωματικής ακολουθίας από υβριδοποίηση με ένα δείγμα νουκλεϊνικού οξέος.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Creator
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)