Home > Term: flameover
flameover
Ο όρος όπου άκαυστων καυσίμων (pyrolysate) από το καταγωγής φωτιά έχει συσσωρεύσει στο επίπεδο ταβάνι σε επαρκή συγκέντρωση (δηλαδή, σε ή από το κατώτερο όριο εύφλεκτα) που αναφλέγεται και καίει? μπορεί να συμβεί χωρίς ανάφλεξης, ή πριν από την ανάφλεξη άλλα καύσιμα χωριστά από την προέλευση.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Fire safety
- Category: Prevention & protection
- Company: NFPA
0
Creator
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)