Home > Term: περιορισμένο χώρο
περιορισμένο χώρο
Ένα χώρο που είναι αρκετά μεγάλο και τόσο ρυθμισμένη ότι ένα πρόσωπο να εισαγάγετε και να εκτελέσει την ανατεθειμένη εργασία, που έχει περιορισμένη ή περιορισμένη μέσα για την είσοδο ή έξοδο (π.χ., δεξαμενές, σκάφη, σιλό, δοχεία αποθήκευσης, χοάνες, θησαυροφυλάκια, και λάκκους), και που δεν έχει σχεδιαστεί για συνεχή άνθρωπο κατοχή.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Fire safety
- Category: Prevention & protection
- Company: NFPA
0
Creator
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)